βολά

βολά
η обл раз;

πόσες βολές σού το είπα — сколько раз я тебе говорил;

μιά βολά — однажды, как-нибудь;

μιά βολά κι' έναν καιρό — однажды..., один раз...;

βολές βολές — иногда, время от времени;

§ βολά σου και βολά μου — настал (или настанет) и мой черёд


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "βολά" в других словарях:

  • βολά — βολά̱ , βολή throw fem nom/voc/acc dual βολά̱ , βολή throw fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βολά — η 1. φορά, περίπτωση 2. φρ. α) «μια βολά» κάποτε β) «εκείνη τη βολά» τότε. [ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. βολή, με επίδραση του συνωνύμου φορά] …   Dictionary of Greek

  • βολά — η η φορά, η περίσταση: Σου το είπα τόσες βολές και δεν το κατάλαβες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βολᾷ — βολή throw fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βολάν — βολά̱ν , βολή throw fem acc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βολάς — βολά̱ς , βολή throw fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βολάων — βολά̱ων , βολή throw fem gen pl (epic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ζωντόβολο — το (Μ ζωντόβολο[ν]) (για βόδια, άλογα κ.ά. κατοικίδια ζώα) ζώο, κτήνος νεοελλ. 1. (μτφ. για πρόσ., υβριστικά) αυτός που είναι τόσο ανόητος ώστε δεν διαφέρει από ζώο 2. (για πρόσ.) άξεστος, χονδράνθρωπος, αγροίκος μσν. 1. κατοικίδιο ζώο 2.… …   Dictionary of Greek

  • κανένας — και κανείς, καμιά, κανένα (Μ κανείς, καμία, κανέν, αρσ. και κανένας και κιανείς και κιανένας, θηλ. και καμιά και κιαμιά, ουδ. και κανένα[ν] και κιανένα[ν]) 1. (με άρνηση) ούτε ένας, ουδείς («η πληγή δεν έχει κανέναν κίνδυνο») 2. κάποιος, ένας… …   Dictionary of Greek

  • ξαναπρασινίζω — 1. πρασινίζω ξανά 2. μτφ. ακμάζω ξανά, αναθάλλω («αν η νιότης μια βολά διαβεί και μάς αφήσει, πλια της σ εμάς δεν στρέφεται να ξαναπρασινίσει», Σουμμ.) …   Dictionary of Greek

  • ποτιβολά — ἡ, Α (δωρ. τ.) η προσβολή. [ΕΤΥΜΟΛ. < ποτί*, τ. ισοδύναμος τού πρός + βολή / βολᾶ] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»